Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (νόμος 3418/2005), αναφέρει ρητώς στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου την απόλυτη -σχεδόν «δια ροπάλου»- απαγόρευση κάθε μορφής διαφήμισης για λογαριασμό των ιατρών. Κατά την σχετική διατύπωση του νόμου της προσωπικής διαφήμισης, απαγορεύεται ακόμα και η δημόσια παρουσία του ιατρού, άμεσα ή έμμεσα, καθώς η ανάρτηση, σε δημόσιο χώρο, διαφημιστικών πινακίδων, επιγραφών, διανομή φυλλαδίων, αγγελιών, δημοσιευμάτων, οποιασδήποτε φύσης διαφημιστικών εντύπων ή άλλων ανακοινώσεων σε έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.

Οι συγκεκριμένες απαγορεύσεις προσκρούουν στον πυρήνα της επαγγελματικής ελευθερίας και της ελευθερίας της έκφρασης. Πλήττουν και το δικαίωμα των καταναλωτών στην ενημέρωση. Βάσει του άρθρου 5Α του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση και συμμετοχή στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Συνεπώς, η απόλυτη απαγόρευση της διαφήμισης ενέχει διττό χαρακτήρα προσβολής: Πλήττεται και ο ιατρός – ελεύθερος επαγγελματίας και ο εν δυνάμει ασθενής – καταναλωτής, ο οποίος έχει ανάγκη ενημέρωσης γύρω από θέματα της ιατρικής επιστήμης.

Οι αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων έχουν θέσει αποσπασματικά πτυχές της επιτρεπτής διαφήμισης, πλην όμως, δεν έχουν εισφέρει πλήρη ερμηνευτική προσέγγιση και κατευθυντήριους άξονες, ώστε να ξεκαθαρίσει πλήρως το τοπίο αναφορικά με τη διαφήμιση των επαγγελματιών υγείας.

Σχετικές αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και του Συμβουλίου της Επικρατείας
Καταλήγουν στο προφανές -ίσως και αυτονόητο- συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται απόλυτη απαγόρευση της διαφήμισης των υπηρεσιών υγείας. Οι αρμόδιοι ιατρικοί σύλλογοι υποστηρίζουν, ωστόσο, εκ διαμέτρου αντίθετες τοποθετήσεις. Ήδη από το 2014, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας υπόθεση επαγγελματία υγείας, ο οποίος διαφήμιζε θεραπευτική μέθοδο, έκρινε ότι δεν απαγορεύεται κατά τρόπο απόλυτο η διαφήμιση, αλλά προβλέπεται η απαγόρευση συγκεκριμένων μορφών διαφήμισης και ειδικότερα εκείνων, που χρησιμοποιούν απατηλά μέσα, καθώς και εκείνων, που αποσκοπούν, κατά τρόπο επιδεικτικό και κραυγαλέο, να καταδείξουν την επιστημονική υπεροχή του επαγγελματία υγείας έναντι των λοιπών συναδέλφων του.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε πλήρη Ολομέλεια, στη γνωστή υπόθεση με τις αμοιβές των οδοντιάτρων και εξετάζοντας από οικονομική σκοπιά το επάγγελμα του οδοντιάτρου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι οδοντίατροι, υπό την ιδιότητά τους ως ανεξάρτητων οικονομικών μονάδων, παρέχουν υπηρεσίες στη σχετική αγορά οδοντιατρικών υπηρεσιών και λαμβάνουν αμοιβή από τους ασθενείς τους και αναλαμβάνοντας οι ίδιοι τους οικονομικούς κινδύνους, ως προς την άσκηση της δραστηριότητάς τους. Με τις παραπάνω παραδοχές, το Ανώτατο Δικαστήριο υποστήριξε ότι οι οδοντίατροι ασκούν οικονομική δραστηριότητα και, επομένως, αποτελούν «επιχειρήσεις» σύμφωνα με το νόμο περί ανταγωνισμού, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ρυθμίζεται η άσκηση του επαγγέλματός τους (ΟλΣτε 148/2015).

Συχνά προβάλλεται ως κυρίαρχο επιχείρημα κατά της διαφήμισης των ιατρικών υπηρεσιών η «ασύμμετρη πληροφόρηση»:

Οι πληροφορίες που περιέρχονται στους καταναλωτές μέσω της διαδικτυακής διαφήμισης έχουν εξειδικευμένο περιεχόμενο και είναι πιθανό να τους παραπλανήσουν και να τους οδηγήσουν σε απόφαση λήψης ιατρικής υπηρεσίας, δίχως να γνωρίζουν τι πραγματικά «αγοράζουν».

Η ασυμμετρία στην πληροφόρηση μπορεί όμως να αντιμετωπιστεί με σχετικές συμβουλές ή οδηγίες από τους ιατρικούς συλλόγους, μέσω των επισήμων ιστοσελίδων τους, αναφορικά με τις παρεχόμενες ιατρικές υπηρεσίες και να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν οι εν δυνάμει ασθενείς να ελέγξουν την αξιοπιστία τους.

Η υπόθεση Vanderborght στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Άλλωστε, σημαντικό ρήγμα στην απόλυτη απαγόρευση της διαφήμισης ιατρικών υπηρεσιών έχει επιφέρει και η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Vanderborght: To δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικτυακή διαφήμιση υπηρεσιών στοματικής υγειονομικής και οδοντιατρικής περιθάλψεως, η οποία πραγματοποιείται μέσω δικτυακού τόπου, ο οποίος έχει δημιουργηθεί από μέλος νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, αποτελεί εμπορική επικοινωνία, η οποία συνιστά υπηρεσία της Κοινωνίας της Πληροφορίας ή αποτελεί μέρος της, σύμφωνα με το άρθρο 8 της Οδηγίας 2000/31 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η προαναφερθείσα διάταξη της Οδηγίας έχει ως σκοπό να παράσχει στα μέλη ενός νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν υπηρεσίες της Κοινωνίας της Πληροφορίας, προκειμένου να προωθήσουν τις δραστηριότητές τους. Ωστόσο, επισημαίνεται ρητώς ότι τέτοιου είδους επικοινωνίες δεν πρέπει να επιτρέπονται παρά μόνον εφόσον τηρούν τους επαγγελματικούς κανόνες, οι οποίοι διέπουν ιδίως την ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και το ήθος του οικείου νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, το επαγγελματικό απόρρητο και την πίστη προς πελάτες και συναδέλφους.

Τα εμπόδια των παρόχων υπηρεσιών και η ρητή υποχρέωση εφαρμογής των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από κάθε διοικητική Αρχή
Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει υποστηρίξει ότι η πλήρης υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς υπηρεσιών απαιτεί την άρση των εμποδίων, που αντιμετωπίζουν οι πάροχοι υπηρεσιών κατά την εγκατάστασή τους στα κράτη-μέλη, είτε πρόκειται για το δικό τους κράτος, είτε για άλλο. Τα όποια εμπόδια ενδέχεται να πλήξουν την ικανότητά τους να παρέχουν υπηρεσίες προς αποδέκτες σε ολόκληρη την Ένωση. Η συγκεκριμένη παραδοχή ανατρέπει κρίσεις, οι οποίες έχουν υποστηριχθεί από ελληνικά δικαστήρια, ότι δηλαδή το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται μόνο σε διαφορές που αναφύονται κατά τη μετακίνηση ή εγκατάσταση Ευρωπαίου πολίτη σε άλλο κράτος-μέλος και δεν αφορούν διαφορές με το κράτος καταγωγής του.

Τα ελληνικά δικαστήρια υποχρεούνται και οφείλουν να εφαρμόζουν τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμα και αν έχει κρίνει σε υποθέσεις που αφορούν άλλα κράτη-μέλη. Σε κάθε περίπτωση, τα ελληνικά δικαστήρια διαθέτουν την εξουσία να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου σε υποθέσεις, οι οποίες καταλήγουν ενώπιόν τους. Υφίσταται ρητή υποχρέωση των κατωτέρων ελληνικών δικαστηρίων να μην ακολουθούν αποφάσεις των ανωτέρων δικαστηρίων, όταν εκείνες παραβιάζουν καταφανώς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι αντίθετες με τα παραπάνω.

Εξάλλου, ρητή υποχρέωση εφαρμογής των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης υφίσταται και από κάθε διοικητική Αρχή. Σε σχετική απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει κρίνει ότι κάθε διοικητική Αρχή υποχρεούται να μην εφαρμόζει διατάξεις που παραβιάζουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις γενικές αρχές του Δικαίου, όπως εκείνες αποτυπώνονται στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα πειθαρχικά όργανα υποχρεούνται εξίσου να μην εφαρμόζουν διατάξεις που καταστρατηγούν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να κρίνουν συλλήβδην ως «ενόχους» τους ιατρούς που διαφημίζουν τις υπηρεσίες τους, αλλά καλούνται να λαμβάνουν υπόψη το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με δεδομένο ότι δεν υφίσταται πλέον απόλυτη απαγόρευση της διαφήμισης των ιατρικών υπηρεσιών και να προσαρμόζουν αναλόγως τις αποφάσεις τους.


Ο Δημήτρης Σπυρόπουλος είναι δικηγόρος Αθηνών παρ’ Αρείω Πάγω και ιδρυτικός εταίρος της δικηγορικής εταιρείας «Εύνομος» (Σπυρόπουλος – Παυλίδου και συνεργάτες), με LLM στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εξειδίκευση στο Πειθαρχικό Δίκαιο και σε θέματα απελευθέρωσης επαγγελμάτων υγείας.