Η ίδρυση του Γραφείου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών στην Αθήνα το 2012 αποτέλεσε το έναυσμα για μια σειρά δράσεων με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας του συστήματος υγείας στην Ελλάδα, αλλά και σε αρκετές άλλες χώρες που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ. Μέσα από τη συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και τους παρόχους υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα, το γραφείο του Οργανισμού, υπό τη διεύθυνση του Dr João Breda, συμμετέχει ενεργά σε αρκετά καινοτόμα προγράμματα, όπως στο έργο της δημιουργίας δεικτών, οι οποίοι με τη σειρά τους θα χρησιμοποιηθούν για την καταγραφή και αξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα.

Ποιες είναι οι προτεραιότητες σε θέματα δημόσιας υγείας και ο ρόλος του Γραφείου για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) στην Αθήνα;

Ο βασικός μας ρόλος ως Γραφείο του ΠΟΥ για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών στην Αθήνα, αφορά στη διασφάλιση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας και της ασφάλειας των ασθενών, σε σχέση πάντα με το δημόσιο σύστημα υγείας. Κορυφαία προτεραιότητά μας είναι η βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών υγείας. Πολλές φορές το επίπεδο αυτό δεν είναι κοινό για όλα τα άτομα. Ευπαθείς ομάδες πληθυσμού και άτομα με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης σε υψηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που παρατηρούμε σε όλη την Ευρώπη και η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Εμείς επιδιώκουμε καθολική κάλυψη υπηρεσιών υγείας και βελτίωση της ποιότητας αυτών.

Επίσης, προτεραιότητά μας αποτελεί η ασφάλεια των ασθενών, μέσω της μείωσης των λαθών κατά την παροχή των υπηρεσιών υγείας στην πρωτοβάθμια,δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια περίθαλψη. Το Γραφείο μας, σε συνεργασία με το Ελληνικό Υπουργείο Υγείας, συμμετέχει στο έργο της δημιουργίας δεικτών, οι οποίοι με τη σειρά τους θα χρησιμοποιηθούν για την καταγραφή και αξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών και των προβλημάτων που σημειώνονται, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της ποιότητας σε όλες τις βαθμίδες περίθαλψης. Αρωγός στην προσπάθειά μας αυτή είναι η ακαδημαϊκή κοινότητα, μέσω της συνεργασία με ελληνικά πανεπιστήμια, η ΗΔΙΚΑ και άλλοι φορείς του Υπουργείου Υγείας, καθώς και οι σύλλογοι ασθενών. Ταυτόχρονα, το Γραφείο, με την υποστήριξη της Ελληνικής Κυβέρνησης, έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στην βελτίωση της ψυχικής υγείας των παιδιών και των εφήβων μέσω του νέου Ευρωπαϊκού Προγράμματος του ΠΟΥ για την Ποιότητα της Φροντίδας της Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων. Η πρωτοβουλία αυτή θέτει ως προτεραιότητα την εφαρμογή καινοτόμων λύσεων και την βελτίωση των δεδομένων για την ποιότητα της φροντίδας ψυχικής υγείας τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας του ΠΟΥ. Βασική μας αρχή είναι: «Δεν αφήνουμεκανέναν πίσω» και αυτή η αρχή διαπνέει όλες μας τις ενέργειες και εδώ στην Ελλάδα ώστε να είμαστε σίγουροι ότι οι πιο ευπαθείς ομάδες θα συμπεριλαμβάνονται σε όλες τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Aπό τον σχεδιασμό μέχρι την υλοποίηση πολιτικών μείωσης των ανισοτήτων, ο δρόμος πολλές φορές είναι αρκετά μακρύς. Πώς πείθετε τις κυβερνήσεις να μην μείνουν στις υποσχέσεις και να προχωρήσουν σε πραγματικές πολιτικές ισότητας στην πρόσβαση;

Στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας χρησιμοποιούμε πάντα την επιστήμη και την τεκμηρίωση για όλες τις πολιτικές και στρατηγικές που προτείνουμε. Παραθέτουμε στην εκάστοτε κυβέρνηση τα δεδομένα και προτείνουμε επιστημονικά τεκμηριωμένες λύσεις και εναλλακτικές για το πώς πρέπει να υλοποιηθούν οι εν λόγω στρατηγικές. Φυσικά δεν μπορούμε να επιβάλουμε στις κυβερνήσεις το πώς θα κινηθούν, όμως η πολυετής συνεργασία μας με τις διάφορες κυβερνήσεις εγγυάται το θετικό αποτέλεσμα. Η συνεργασία μας με το Eλληνικό Yπουργείο Υγείας είναι εξαιρετική και με την καθοδήγηση του Περιφερειακού Διευθυντή Ευρώπης του ΠΟΥ, Δρ Hans Klüge, διευρύνεται τώρα ακόμα περισσότερο. Tο γραφείο του ΠΟΥ στην Αθήνα, λειτουργώντας ως Κέντρο Αριστείας, δίνει έμφαση στη συνεργασία για την παροχή υγειονομικής περίθαλψης, διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τα κεντρικά γραφεία του Οργανισμού και υποστηρίζει διάφορες χώρες σε όλη την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ.

Ποιες είναι οι κύριες προτεραιότητες του ΠΟΥ όσον αφορά τα μη μεταδοτικά νοσήματα;

Όσον αφορά τα μη μεταδοτικά νοσήματα, εξετάζουμε όλες τις παθήσεις που οδηγούν τα άτομα σε πρόωρο θάνατο, δηλαδή σε ηλικίες κάτω των 65 ετών. Στην Ευρώπη, σε κάθε δέκα θανάτους, οι εννέα οφείλονται σε μη μεταδοτικά νοσήματα, όπως τα καρδιαγγειακά, ο σακχαρώδης διαβήτης, τα νοσήματα του αναπνευστικού κ.ά. Επίσης, η διάγνωση και αντιμετώπιση του καρκίνου είναι ένα σημαντικό και πολύ σύνθετο ζήτημα, για το οποίο πρέπει να γίνουν περισσότερα πράγματα. Αναφορικά με την πρόληψη, πρέπει να στοχεύσουμε στη μείωση των αιτίων που προκαλούν καρκίνο, είτε με την υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής, με περισσότερη άσκηση, είτε με την εξάλειψη των παραγόντων που δημιουργούν καρκίνο, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ κ.ά.

Πώς μπορούμε, κατά τη γνώμη σας, να αντιμετωπίσουμε την κρίση εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας, που ειδικά στην Ελλάδα είναι τεράστιο ζήτημα, που υπονομεύει την ποιότητα της περίθαλψης;

Το θέμα του εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα σε διεθνές επίπεδο και μπορεί να έγινε πιο εμφανές κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όμως υπήρχε και πριν από αυτήν. Σταδιακά, όλο και λιγότεροι νέοι άνθρωποι επιλέγουν να εργαστούν στον τομέα της υγείας, γιατί δεν συμβαδίζει με τις προσδοκίες που έχουν από τη ζωή τους. Ένας ιατρός ή ένας νοσηλευτής δεν έχει σταθερό ωράριο, καθώς εργάζεται σε βάρδιες και συχνά καλείται να κάνει εφημερίες, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να συνδυάσει την προσωπική και την επαγγελματική του ζωή. Χρειαζόμαστε νέα κίνητρα για να προσελκύσουμε νέα άτομα στο ιατρικό και νοσηλευτικό επάγγελμα, προσφέροντάς τους παράλληλα καλύτερες χρηματικές απολαβές και συνθήκες εργασίας. Παράλληλα, το υπάρχον εργατικό δυναμικό, έχοντας αντιμετωπίσει το βάρος της πανδημίας, έχει εξουθενωθεί σωματικά και ψυχικά και θα πρέπει να αποφορτιστεί. Η λύση του προβλήματος περνάει μέσα από τον ψηφιακό μετασχηματισμό του συστήματος υγείας, ένα έργο σύνθετο και δαπανηρό, αλλά αναγκαίο, καθώς και από την ευρύτερη χρήση των νέων τεχνολογιών, ειδικά σε περιοχές απομονωμένες ή νησιωτικές, που υποφέρουν ταυτόχρονα από έλλειψη υποδομών και μειωμένους ανθρώπινους πόρους.

Η παχυσαρκία είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας του εικοστού πρώτου αιώνα. Ο επιπολασμός της έχει τριπλασιαστεί σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας του ΠΟΥ από τη δεκαετία του 1980 και ο αριθμός των προσβεβλημένων ατόμων συνεχίζει να αυξάνεται.

Η παχυσαρκία είναι μια περίπλοκη και πολυπαραγοντική νόσος που συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για πολλά μη μεταδοτικά νοσήματα, όπως καρκίνος, καρδιαγγειακά, σακχαρώδης διαβήτης κ.ά., νοσήματα που ευθύνονται για μεγάλο ποσοστό θανάτων. Τα ποσοστά παχυσαρκίας συνεχίζουν να αυξάνονται διεθνώς σε ενήλικες και παιδιά. Κάποτε θεωρούνταν πρόβλημα μόνο σε χώρες υψηλού εισοδήματος, όμως σήμερα το υπερβολικό βάρος και η παχυσαρκία αυξάνονται δραματικά σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές.

Η παχυσαρκία αυξάνεται ιδιαίτερα στα παιδιά και η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της ευρωπαϊκής λίστας όσον αφορά την παιδική παχυσαρκία. Μπορείτε να μας δώσετε τα τελευταία στατιστικά στοιχεία του ΠΟΥ για την παχυσαρκία σε Ευρώπη και Ελλάδα; Ποια είναι τα εργαλεία για την εκπαίδευση των παιδιών και των οικογενειών προς μια πιο υγιεινή διατροφή και άσκηση;

Πράγματι, η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση μετά την Κύπρο σε ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας. Επιπλέον, το 5% των μικρών παιδιών στην Ελλάδα εμφανίζουν σοβαρή νοσογόνο παχυσαρκία. Γνωρίζουμε ότι η κυβέρνηση έχει αποφασίσει σειρά δράσεων ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για το θέμα της παιδικής παχυσαρκίας και θα συνεργαστούμε στενά για τον σκοπό αυτό. Υπάρχουν θετικά παραδείγματα που μπορούμε να ακολουθήσουμε, όπως π.χ. της Πορτογαλίας, η οποία μείωσε τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας κατά 8-10% μέσα σε μια δεκαετία. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι μια μόνο δράση δεν θα φέρει τη λύση στο πρόβλημα, το οποίο είναι πολυπαραγοντικό. Για παράδειγμα, μια αύξηση της φορολογίας στα αναψυκτικά με ζάχαρη, μπορεί να έχει μια μικρή συμβολή, αλλά δεν θα οδηγήσει σε σοβαρή μείωση των ποσοστών παχυσαρκίας. Χρειάζεται ταυτόχρονα έλεγχος στο λιανεμπόριο τροφίμων, πολιτικές τιμών, φορολογία, καμπάνιες για τη χρήση φρούτων και λαχανικών, εκπαίδευση ιατρών, νοσηλευτών, εκπαιδευτικών και γονέων, αποτελεσματικές καμπάνιες στα κοινωνικά δίκτυα, την τηλεόραση και τον τύπο, συνεργασία με δήμους, φορείς και διαφορετικά υπουργεία, ώστε να υπάρχει συνδυαστική προσπάθεια για να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Τέλος, πρέπει να εξαλειφθεί το στίγμα απέναντι στα άτομα που ζουν με παχυσαρκία.