Με αφορμή την πρόσφατη πανδημία, στη δίνη της οποίας ακόμα βρισκόμαστε, η «Πανευρωπαϊκή Επιτροπή για την Υγεία και τη Βιώσιμη Ανάπτυξη» (Pan-European Commission on Health and Sustainable Development) δημοσίευσε τον Μάρτιο του 2021 μια μελέτη με τίτλο «Επανεξέταση των πολιτικών προτεραιοτήτων υπό το πρίσμα των πανδημιών» (Rethinking Policy Priorities in the light of Pandemics). Η επιτροπή αυτή συγκλήθηκε από τον Hans Henri P. Kluge, περιφερειακό διευθυντή Ευρώπης του ΠΟΥ, με προεδρεύοντα τον Mario Monti, πρόεδρο του Πανεπιστημίου Bocconi της Ιταλίας και πρώην πρωθυπουργό της χώρας αυτής.

Στην εισαγωγή αυτής της μελέτης υπάρχουν ορισμένες ενδιαφέρουσες επισημάνσεις τις οποίες θέλουμε να θέσουμε υπόψη σας προτού προχωρήσουμε στη δική μας ανάλυση.

Είδαμε, αναφέρεται στη μελέτη, «πώς οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής φροντίδας αγωνίστηκαν μέσα σε συστήματα που ήταν συχνά ανεπαρκώς προετοιμασμένα, συστήματα ανεπαρκώς ευέλικτα (χωρίς ικανοποιητική ευελιξία), συστήματα που δεν διαθέτουν τους απαιτούμενους πόρους, και τα οποία αντιμετώπισαν τεράστιες προκλήσεις για την προσαρμογή τους σε μια κρίση αυτού του μεγέθους».

«Πολλά από αυτά τα προβλήματα δεν είναι νέα», επισημαίνεται στο ίδιο πάντα κείμενο. «Αυτά (τα προβλήματα) μείωσαν την ικανότητά μας να ξεπεράσουμε τις κρίσεις του παρελθόντος, ωστόσο έχουν μείνει άλυτα. Πρέπει να πάρουμε τα διδάγματα από αυτήν την εμπειρία. Ο SARS-CoV-2 δεν ήταν ο πρώτος ιός που κατόρθωσε να περάσει από άλλα είδη στον άνθρωπο και δεν θα είναι ο τελευταίος».

Τώρα, γράφεται στο κείμενο, είναι η ώρα να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα ενθαρρύνουν τις επενδύσεις από την πλευρά των κυβερνήσεων για την υγεία των ανθρώπων και του πλανήτη, και χρειάζονται στην προσπάθεια αυτή επαρκείς πόροι, ευαισθησία και καινοτόμοι εφαρμογές στον τομέα της υγείας, καθώς και κοινωνική φροντίδα, αλλά και προστασία του περιβάλλοντος και των συναφών συστημάτων.

Δεν μπορούν να υπάρξουν βιώσιμες κοινωνίες χωρίς ανθεκτικά και καθολικώς προσβάσιμα, υψηλής ποιότητας, συστήματα υγείας και κοινωνικά συστήματα.

Για όσους έχουμε ζήσει και εργαστεί για αρκετά χρόνια στον τομέα της υγείας στις σύγχρονες κοινωνίες «δυτικού τύπου», θα πρέπει να πούμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ακούμε ανάλογες διαπιστώσεις. Το ερώτημα λοιπόν που γεννάται είναι τι έχει ειπωθεί και τι έχει γίνει τα τελευταία 40 χρόνια σχετικά με τη σημασία, τον ρόλο και την οργάνωση των συστημάτων υγείας, τι επιτεύχθηκε, τι δεν επιτεύχθηκε και γιατί.

Ανάλυση της τρέχουσας πραγματικότητας
Μια μικρή ιστορική αναδρομή
Προτού εξετάσουμε τις επισημάνσεις της «παν-ευρωπαϊκής επιτροπής για την υγεία και τη βιώσιμη ανάπτυξη» σχετικά με το ποιες και γιατί θα πρέπει να είναι οι πολιτικές προτεραιότητες που η πανδημία έφερε στο προσκήνιο και πάλι, αλλά και γιατί τα συστήματα «ήταν συχνά ανεπαρκώς προετοιμασμένα, συστήματα ανεπαρκώς ευέλικτα και συστήματα που δεν διαθέτουν τους απαιτούμενους πόρους», όπως η ίδια η επιτροπή διαπιστώνει, θεωρούμε ότι είναι αναγκαίο να κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή.

Όπως είναι γνωστό στον ιατρικό κόσμο, η λήψη του ιατρικού ιστορικού αποτελεί την πρώτη και σπουδαιότερη πράξη στην ιατρική, αφού αναμφίβολα «η λήψη ενός άρτιου ιστορικού μπορεί να δώσει την τελική διάγνωση σε ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 80% και 90%».

Θεωρούμε, λοιπόν, ότι μια μικρή ιστορική αναδρομή θα μπορούσε να φωτίσει καλύτερα τη σημερινή πραγματικότητα και το πώς φτάσαμε ώς εδώ, και φυσικά να μας βοηθήσει να διαμορφώσουμε εποικοδομητικές προτάσεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν αποφασιστικά στην επίλυση των χρόνιων προβλημάτων στον χώρο της υγείας.

«Τα προβλήματα του σήμερα είναι οι λύσεις που δώσαμε χθες»
Peter M. Senge

Το έτος 1988, στη μηνιαία έκδοση του ΕΟΦ που ονομάζονταν «Το φάρμακο», το κύριο άρθρο είχε τίτλο «Υγεία για όλους το 2000» και αναφερόταν στην προσπάθεια του ΠΟΥ και του ΟΗΕ, που είχε φυσικά σαν στόχο αυτό που έλεγε ο τίτλος του άρθρου. Το άρθρο αυτό βασιζόταν στη μελέτη που κατέθεσε ο ΠΟΥ το 1981 και είχε τον ομώνυμο τίτλο στα αγγλικά: «Health for all by the year 2000». «Κύριος κοινωνικός στόχος των κυβερνήσεων και του ΠΟΥ για τις επερχόμενες δεκαετίες θα πρέπει να είναι η επίτευξη από όλους τους κατοίκους του κόσμου το 2000, ενός επιπέδου υγείας το οποίο θα του επιτρέπει να διάγει μια κοινωνικά και οικονομικά παραγωγική ζωή», δήλωνε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και συνέχιζε, δηλώνοντας ότι «υγεία δεν είναι μόνο η απουσία αρρώστιας, αλλά εκείνη η φυσική κατάσταση που επιτρέπει στο άτομο να ζει και να δημιουργεί με κάθε τρόπο στο πλαίσιο της ανθρώπινης κοινότητας που ανήκει».

Η θέση αυτή ήταν στην ουσία συνέχεια της θέσης που διατυπώθηκε στο ιστορικό «Διεθνές Συνέδριο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας» της Alma-Ata το έτος 1978, που έμεινε γνωστή ως «Διακήρυξη της Άλμα-Άτα» (Declaration of Alma-Ata). Στην απόφαση της συνδιάσκεψης, στη θέση I, αναφέρονται τα εξής: «Η διάσκεψη επιβεβαιώνει σθεναρά ότι η υγεία, που είναι μια κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι απλώς η απουσία ασθένειας ή αναπηρίας, είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και η επίτευξη του υψηλότερου δυνατού επιπέδου υγείας είναι ένας πολύ σημαντικός παγκόσμιος κοινωνικός στόχος, του οποίου η υλοποίηση απαιτεί τη δράση πολλών άλλων κοινωνικών και οικονομικών τομέων εκτός από τον τομέα της υγείας».

Στο κείμενο του ΠΟΥ, που δημοσιεύτηκε το 1981 με τίτλο «Health for all by the year 2000», αναφερόταν ακόμη ότι τα προβλήματα υγείας και τα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, ενώ παρατηρούσε ότι σε αρκετές χώρες η κατάσταση που αφορούσε την υγεία και την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των πολιτών δεν ήταν ικανοποιητική και η τάση για βελτίωση, στο μέλλον, αυτής της κατάστασης δεν ήταν ενθαρρυντική.

Προκειμένου να επιτευχθεί η υγεία για όλους, ο ΠΟΥ θεωρούσε ότι πρέπει να εξασφαλιστούν κάποιες προϋποθέσεις, χωρίς τις οποίες όλα τα προγράμματα για την υγεία θα παραμείνουν κενός λόγος. Υπήρχαν, χαρακτηριστικά, στο κείμενο του ΠΟΥ 38 στόχοι που εντάσσονταν σε 6 ομάδες.

Εμείς, στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφέρουμε χαρακτηριστικά ορισμένους από αυτούς τους στόχους που θα μας επιτρέψουν να προσδιορίσουμε καλύτερα τις διαστάσεις των πολιτικών υγείας αλλά και την ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι, πέρα από την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας και την οργάνωση των συστημάτων υγείας που θα μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε αυτά τα προβλήματα αποτελεσματικότερα, είναι απαραίτητο να επενδύσουμε στην προαγωγή της υγείας και στην πρόληψη της ασθένειας.

  1. Ομάδα στόχων για τον τελικό σκοπό «υγεία για όλους το 2000».
    α. Μείωση της νοσηρότητας και της αναπηρίας
    β. Μείωση των νοσημάτων του κυκλοφορικού
    γ. Μείωση της θνητότητας από καρκίνο σε άτομα κάτω των 65 ετών τουλάχιστον κατά 15%
  2. Ομάδα στόχων για τους τρόπους ζωής
    α. Τα κράτη-μέλη πρέπει μέχρι το 1990 να καταρτίσουν εκπαιδευτικά προγράμματα που να πλουτίζουν τις γνώσεις, να βελτιώνουν τη δυνατότητα σχεδιασμού και την εμπειρία του πολίτη στην κατανόηση και διατήρηση της υγείας.
    β. Θετική συμπεριφορά υγείας. Μέχρι το 1995 τα κράτη-μέλη πρέπει να αυξήσουν σημαντικά τη θετική συμπεριφορά των πολιτών στα θέματα του καπνίσματος, της λογικής διατροφής, της φυσικής άσκησης και της αντιμετώπισης του άγχους.
  3. Ομάδα στόχων για δημιουργία υγιεινού περιβάλλοντος
    α. Έλεγχος της ρύπανσης του αέρα
    β. Εξασφάλιση ποιότητας τροφίμων
    γ. Έλεγχος επικίνδυνων αποβλήτων
    δ. Εξασφάλιση εγκατάστασης και κατοικίας με ανθρώπινες συνθήκες για όλους τους πολίτες έως το έτος 2000.
  4. Ομάδα στόχων για την κατάλληλη φροντίδα υγείας
    α. Μέχρι το 1990 ανάπτυξη συστήματος παροχής υπηρεσιών υγείας βασισμένο στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και πλαισιωμένο από δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Alma-Atta.
    β. Οργάνωση των υπηρεσιών της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας σε συνεργασία μεταξύ των εργαζομένων στο χώρο της υγείας, των πολιτών, των οικογενειών και της ευρύτερης κατά περίπτωση ανθρώπινης κοινότητας.
  5. Ομάδα στόχων για την έρευνα με θέμα: υγεία για όλους. Αναφερόταν ότι ειδικότερα θα πρέπει να συγκεντρωθούν πληροφορίες για:
    α. Για την υγεία των πολιτών
    β. Για τους βιολογικούς παράγοντες που επιδρούν στην υγεία
    γ. Για τη σημασία του τρόπου ζωής στη διατήρηση της υγείας
  6. Ομάδα στόχων για την υποστήριξη των μηχανισμών ανάπτυξης της υγείας
    α. Διαμόρφωση πολιτικής για την υγεία για όλους
    β. Μελέτη και καθορισμός των διαθέσιμων πόρων και των προτεραιοτήτων
    γ. Ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων για την υγεία, ικανών να εξυπηρετήσουν την εθνική στρατηγική για την υγεία για όλους. Οι πηγές πληροφόρησης βαθμιαία θα πρέπει να είναι προσπελάσιμες και από το ευρύ κοινό.
    δ. Σχεδιασμός εκπαίδευσης και κατανομή του προσωπικού υγείας

Πέρα όμως από την πρωτοβουλία του κορυφαίου οργανισμού υγείας και πριν από τη «Διακήρυξη της Άλμα-Άτα», το έτος 1974 υπήρξε μία άλλη σημαντική παρέμβαση που είχε τον τίτλο «Μια νέα προοπτική για την υγεία των Καναδών» (A new perspective on the health of Canadians), και έμεινε γνωστή σαν «Lalonde Report». Ο Marc Lalonde ήταν υπουργός Εθνικής Υγείας και Πρόνοιας στον Καναδά την αντίστοιχη χρονική περίοδο.

Ο Marc Lalonde παρατήρησε ότι η παραδοσιακή, ή γενικά αυτή που θεωρούνταν αποδεκτή άποψη για τον τομέα της υγείας, ήταν (και σε μεγάλο βαθμό είναι και σήμερα, σημειώνουμε εμείς) ότι η επιστήμη και η «τέχνη» της ιατρικής ήταν η πηγή από την οποία προέρχονταν όλες οι βελτιώσεις στην υγεία των ατόμων και ήταν επίσης δημοφιλής η πεποίθηση εκείνη που εξισώνει το επίπεδο υγείας με την ποιότητα της ιατρικής.

Η νέα έννοια (concept) της υγείας κατά τον Marc Lalonde βρισκόταν στο γεγονός ότι ο τομέας της υγείας μπορεί να χωριστεί σε τέσσερα επιμέρους βασικά μέρη: (I) την ανθρώπινη βιολογία, (II) το περιβάλλον, (III) τον τρόπο ζωής και (IV) την οργάνωση υγείας. Η Έκθεση Lalonde, που δημοσιεύτηκε όπως αναφέραμε και παραπάνω το 1974, ήταν η πρώτη σημαντική κυβερνητική έκθεση που υποστήριξε ότι οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης δεν ήταν ο πιο σημαντικός καθοριστικός παράγοντας για την υγεία. Η έκθεση χαιρετίστηκε ευρέως εκτός Καναδά και παρόμοιες (και συχνά καλύτερες) αναφορές και εκθέσεις δημοσιεύτηκαν σε άλλες χώρες, όπως η Βρετανία, οι ΗΠΑ, η Σουηδία και αλλού. Η έκθεση παραμένει ακόμα και σήμερα μια μεγάλη συνεισφορά στον μετασχηματισμό της σκέψης για την υγεία, που έβαλε τη σφραγίδα της στις εξελίξεις που ακολούθησαν στον τομέα αυτό.

Είκοσι δύο χρόνια μετά τη Διακήρυξη της Alma-Ata, το 1978, και περίπου 20 χρόνια μετά τη Διακήρυξη του ΠΟΥ το έτος 1980, με τίτλο «Health for all by the year 2000», οι επικεφαλής των κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Μάρτιο του 2000 έθεσαν έναν φιλόδοξο στόχο. Συγκεκριμένα, εξέφρασαν την επιθυμία τους να μετατρέψουν την Ευρωπαϊκή Ένωση «στην πιο ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία του κόσμου, βασισμένη στη γνώση και ικανή για μια βιώσιμη ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας, αλλά και μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή». Σε αυτήν τη συνάντηση αναγνωρίστηκε η σχέση μεταξύ υγείας και οικονομίας σαν ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της προσπάθειας. Ωστόσο, αυτή η σχέση είναι σύνθετη και επομένως πολύπλοκη.

«Ενώ έχει αναγνωριστεί εδώ και καιρό ότι ο αυξημένος εθνικός πλούτος συνδέεται με τη βελτίωση της υγείας, μόλις πρόσφατα αναγνωρίστηκε η συμβολή της καλύτερης υγείας στην οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, ενώ αυτή η σχέση έχει πλέον εδραιωθεί σε χώρες χαμηλού εισοδήματος, τα στοιχεία από χώρες υψηλού εισοδήματος, όπως τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι πιο κατακερματισμένα».

«Οι συγγραφείς αυτού του σημαντικού βιβλίου συγκέντρωσαν για πρώτη φορά αυτά τα στοιχεία», δήλωνε στην εισαγωγή του βιβλίου ο Επίτροπος Μάρκος Κυπριανού και συμπλήρωνε: «Συνολικά, αυτά τα στοιχεία παρέχουν ένα ισχυρό επιχείρημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επενδύσουν στην υγεία των πληθυσμών τους, όχι μόνο επειδή η καλύτερη υγεία είναι ένας επιθυμητός στόχος από μόνη της, αλλά και επειδή αποτελεί σημαντικό καθοριστικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας».

Δυστυχώς, σήμερα ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχει μια πολύ μεγάλη ανομοιογένεια ανάμεσα στις κράτη-μέλη της Ε.Ε. όσον αφορά την ανάπτυξη των συστημάτων υγείας και έλλειμμα όσον αφορά τη συμβολή των κρατών-μελών, αλλά και της ίδιας της Ε.Ε., στην ανάπτυξη πολιτικών υγείας που θα βοηθούσαν στην υλοποίηση των στόχων που τέθηκαν για πρώτη φορά πριν από 42 περίπου χρόνια και επαναδιατυπώθηκαν για την Ευρώπη πριν από περίπου 22 χρόνια. Θεωρούμε ότι αυτή η «αποτυχία» θα πρέπει να γίνει η αφορμή για μια σε βάθος έρευνα, στην οποία θα πρέπει να εμπλακούν οι επιστήμονες της υγείας, οι πολίτες κάθε κράτους -μέλους ξεχωριστά, αλλά και όλοι οι Ευρωπαίοι πολίτες, καθώς και οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις και οι θεσμοί της Ευρώπης, ώστε να εντοπιστούν τα αίτια που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση.

«Αν είχα μία ώρα στη διάθεσή μου για να επιλύσω ένα πρόβλημα, τότε θα αφιέρωνα τα 55 λεπτά από τον χρόνο μου συλλογιζόμενος (αναλύοντας) το πρόβλημα και 5 λεπτά
για να δώσω λύσεις»
Albert Einstein

Θεωρούμε ότι μαζί με την επιστημονική έρευνα είναι απαραίτητο να υπάρξει και ένας ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκομένους, που αναφέραμε παραπάνω, και ο οποίος θα εστιάζει την προσοχή του στην όλη εικόνα αλλά και στις επιμέρους σημαντικές συνιστώσες που σχηματίζουν αυτή την εικόνα. Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, να εντοπίσουμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις εφαρμοζόμενες οικονομικές πολιτικές και την ανεπάρκεια σε απαιτούμενους πόρους, που οδήγησαν στη δημιουργία «συστημάτων που ήταν συχνά ανεπαρκώς προετοιμασμένα», όπως επισημαίνει η έκθεση «Rethinking Policy Priorities in the light of Pandemics».

Πιστεύουμε ότι είναι ανάγκη σήμερα, όχι απλώς να σκεφτούμε και να δράσουμε έξω από το πλαίσιο που έχουμε δημιουργήσει, αλλά να επαναπροσδιορίσουμε το όλο πλαίσιο και να επαναδιατυπώσουμε το «πρόβλημα» της υγείας με σύγχρονους όρους.