Σε απόλυτες τιμές, η Ελλάδα επενδύει λιγότερα στο σύστημα υγείας της σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Οι υψηλές ιδιωτικές δαπάνες υγείας μπορεί να οδηγήσουν του Έλληνες σε σημαντικές απώλειες οικονομικής ευημερίας, καθώς η εξάρτηση από τις ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία είναι υψηλότερη στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η μειωμένη χρηματοδότηση του τομέα υγείας μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, ενδεχομένως διακυβεύοντας την ποιότητα περίθαλψης των ασθενών. Η υποεπένδυση έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερους χρόνους αναμονής, περιορίζοντας την πρόσβαση στην έγκαιρη θεραπεία. Η εξάρτηση από την Ιδιωτική Ασφάλιση Υγείας είναι μεγάλη και δεν έχουν όλοι οι πολίτες την οικονομική δυνατότητα για μια ολοκληρωμένη ασφαλιστική κάλυψη. Τα μέτρα λιτότητας και οι περικοπές στον προϋπολογισμό έχουν επηρεάσει τον τομέα υγείας, μειώνοντας τη χρηματοδότηση για βασικές υπηρεσίες και υποδομές.
Παράλληλα, η Ελλάδα βιώνει μια σημαντική «διαρροή» επιστημόνων και επαγγελματιών, οι οποίοι έχουν μεταναστεύσει. Καθώς το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης αυξάνεται λόγω υποεπενδύσεων, υπάρχει αυξημένη πίεση στο δημόσιο σύστημα ασφάλισης υγείας. Ο μακροπρόθεσμος οικονομικός αντίκτυπος της υποεπένδυσης περιλαμβάνει υψηλότερο κόστος υγειονομικής περίθαλψης για πιο προχωρημένες ασθένειες και λιγότερο παραγωγικό εργατικό δυναμικό, λόγω προβλημάτων υγείας που δεν αντιμετωπίζονται ή δεν αντιμετωπίζονται σωστά.
Η δημόσια χρηματοδότηση του συστήματος υγείας είναι μια ευκαιρία για επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, ενώ η συνέργεια Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα μπορεί να οδηγήσει σε πιο αποτελεσματικό και αποδοτικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης.
